Ο Άδης ήταν γιός της Ρέας και του Κρόνου. Είχε τρεις αδελφές, την Εστία, τη Δήμητρα και την Ήρα και δύο αδελφούς, τον Ποσειδώνα και το Δία. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Κρόνος κατάπιε τα παιδιά του αλλά ο Δίας κατάφερε να σώσει τον εαυτό του αλλά τα αδέλφια του. Ακολούθησε η Τιτανομαχία, η οποία διήρκησε 10 ολόκληρα χρόνια και κατά την οποία τα παιδιά κατάφεραν να κερδίσουν την εξουσία την οποία και μοίρασαν μεταξύ τους με κλήρο. Ο Δίας πήρε τον ουρανό, Ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Άδης τον Κάτω κόσμο.

Στον Άδη πήγαιναν οι ψυχές των ανθρώπων όταν εγκατέλειπαν τον κόσμο διασχίζοντας τον ποταμό Αχέροντα με τη βάρκα του Χάροντα. Η βαρκάδα κόστιζε έναν οβολό και για αυτό οι συγγενείς του νεκρού τοποθετούσαν κάτω από τη γλώσσα του το νόμισμα. Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι αποροι, μη μπορώντας να πληρώσουν το αντίτιμο της βαρκάδας στο Χάροντα, παρέμεναν για πάντα στην όχθη του ποταμού. Σύμφωνα με τη μυθολογία οι ψυχές μόλις έφταναν στον κάτω κόσμο έπιναν νερό από την πηγή της «αρνησιάς» για να ξεχάσουν τους δικούς τους ανθρώπους που μένουν πίσω και να μη λυπούνται, αλλά και από την πηγή της «αρνησιάς» για να αφήσουν πίσω τους τις χαρές της επίγιας ζωής.

Ο Άδης χωριζόταν στο Δικαστήριο, στο Τάρταρο, στο Καθαρτήριο και στα Ηλύσια πεδία. Στο Δικαστήριο δικάζονταν οι ψυχές που έφταναν στον κάτω κόσμο, στο Τάρταρο βασανίζονταν οι ψυχές όσων είχαν αμαρτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής τους, στο Καθαρτήριο πήγαιναν οι ψυχές που δε βαραίνονταν με κακές πράξεις, ενώ στα Ηλύσια πεδία πήγαιναν οι ψυχές των καλών ανθρώπων και των ηρώων. Στις παραστάσεις, ο Άδης συναντάται με τρομακτικό πρόσωπο και σκούρο μούσι, κρατώντας ένα σκήπτρο με άκρη σε σχήμα αετού και τα κλειδιά του Κάτω κόσμου, ενώ στα πόδια του κάθεται ο Κέρβερος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Άδης ερωτεύτηκε την Περσεφόνη, κόρη της Δήμητρας και του Δία. Την πήρε μαζί του στον κάτω κόσμο χωρίς τη συγκατάθεσή της όταν εκείνη μάζευε λουλούδια με άλλα νεαρά κορίτσια. Η μητέρα της στεναχωρήθηκε πολύ για την απώλεια της αγαπημένης της κόρης και καταράστηκε τη γη να μαστίζεται από πείνα. Η Περσεφόνη γνωρίζοντας τη λύπη της Δήμητρας, ζήτησε από τον Άδη να την αφήνει να μένει κάποιο διάστημα με τη μητέρα της. Έτσι λοιπόν συμφώνησαν να παραμένει έξι μήνες με τον Άδη στον κάτω κόσμο και έξι μήνες στη γη με τη μητέρα της.