Η Σκύλλα και η Χάρυβδη ήταν δύο τρομαχτικά τέρατα της θάλασσας και ο μύθος τους δημιουργήθηκε από τους ναυτικούς που θεωρούσαν ότι τα άσχημα καιρικά φαινόμενα και οι συμφορές οφείλονταν σε εκείνες. Τα δύο τέρατα κατοικούσαν το ένα απέναντι στο άλλο σε ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα που ο Όμηρος αποκαλεί Πλαγκτές Πέτρες. Από το πέρασμα αυτό ήταν αδύνατο να περάσει κάποιο καράβι γλιτώντας από τη μανία των δύο τεράτων.

Η Σκύλλα που ήταν κόρη του Φόρβαντος και της Εκάτης ή του Τυφωέα και της Έχιδνας έμενε στον ψηλότερο από τους δύο σκοπέλους, μέσα σε μια πολύ βαθιά σπηλιά. Η Σκύλλα είχε έξι κεφάλια με τρία σαγόνια το καθένα, που έσταζαν δηλητήριο και τρεφόταν με κήτη της θάλασσας και ανθρώπους. Ακριβώς απέναντι κάτω από το φύλλωμα μιας άγριας συκιάς, κατοικούσε η κόρη του Ποσειδώνα και της Γαίας, η Χάρυβδη. Το τέρας που ήταν μισό ψάρι και μισό γυναίκα, τρεις φορές την ημέρα ρουφούσε το νερό και τρεις φορές το ξανάβγαζε με μεγάλη ταχύτητα δημιουργώντας φοβερή δίνη παρασύροντας όποιον τολμούσε να αψηφίσει τον κίνδυνο και να περάσει από εκεί