Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Το ονομά της ήταν Άννα Μαρία Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου. Σε ηλικία 9 ετών ξεκινά μαθήματα πιάνου μαζί με την αδελφή της. Δύο χρόνια αργότερα, τραγουδώντας μια άρια από τη Μπάτερφλαϊ, κέρδισε σε διαγωνισμό παιδικών φωνών που είχε διοργανωθεί από το ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης W.O.R.. Το 1937 οι γονείς της παίρνουν διαζύγιο και η Κάλλας μαζί με τη μητέρα της μετακομίζουν στην Αθήνα. Ξεκινά με σπουδές στο Εθνικό Ωδείο του Καλομοίρη και συνεχίζει στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών με καθηγήτρια την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο.

Στις 27 Αυγούστου του 1942 κάνει την πρώτη της εμφάνιση σε όπερα, ερμηνεύοντας Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι. Το Σεπτέμβριο του 1945 επιστρέφει στην Αμερική, αλλά δυσκολεύεται να κάνει καριέρα. Μετακομίζει στην Ιταλία όπου γνωρίζει την επιτυχία και καθιερώνεται. Στις 2 Απριλίου 1952 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στη Σκάλα του Μιλάνο ως Κοστάντζα στο “Die Entfuhrung aus dem Serail” του Mozart. Το 1962 γνωρίζει μεγάλη επιτυχία παίζοντας τη Μήδεια με σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, ενώ το 1964 εμφανίζεται στην Όπερα του Παρισιού με τη Νόρμα. Η τελευταία της παράσταση όπερας είναι με την “Tosca” σε σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι και πραγματοποιείται στις 5 Ιουλίου του 1965. Στις 21 Απριλίου του 1949 παντρεύεται τον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, Ιταλό βιομήχανο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι. Ο Μενεγκίνι τη βοηθά να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη φήμη και δόξα.

Το 1957 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Ωνάση με τον οποίο ζει ένα μεγάλο έρωτα απασχολώντας πολλές φορές τον παγκόσμιο τύπο. Η Μαρία Κάλλας άφησε την τελευταία της πνοή μέσα στο διαμέρισμά της στο Παρίσι στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977 ύστερα από καρδιακή προσβολή. Σύμφωνα με δική της επιθυμία, το σώμα της αποτεφρώθηκε την Άνοιξη του 1979 και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.