Ο Δαίδαλος ήταν γιος του Ευπάλαμου και της Αλκίππης. Είχε ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική αλλά ήταν και ο εφευρέτης διάφορων εργαλείων όπως το τσεκούρι, το πριόνι, το τρυπάνι και οι κεραίες των πλοίων. Ήταν ξακουστός για τα περίφημα γλυπτά του και δίπλα του μαθήτευσαν πολλοί νέοι καλλιτέχνες. Ένας από αυτούς ήταν και ο γιος της αδερφής του Πέρδικας, ο Τάλως. Ο νεαρός είχε πολύ μεγάλο ταλέντο και αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία. Ο Δαίδαλος ανησύχησε μήπως και ο μαθητής του τον ξεπεράσει σε φήμη και το σκότωσε σπρώχνοντάς τον από τα βράχια της Ακρόπολης. Ο Άρειος Πάγος καταδίκασε το Δαίδαλο σε θάνατο και εκείνος για να γλυτώσει έφυγε από την Αθήνα βρίσκοντας καταφύγιο στην Κρήτη.

Ο Μίνωας, βασιλιάς της Κρήτης του ζήτησε να κατασκευάσει ένα παλάτι στην Κνωσό και έτσι χτίστηκε ο γνωστός λαβύρινθος, που περιείχε 1300 αίθουσες και ήταν διακοσμημένος με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Όταν ο Δαίδαλος έδωσε στην Αριάδνη, κόρη του βασιλιά το μίτο με τον οποίο ο Θησέας κατάφερε να βγει από το λαβύρινθο σκοτώνοντας το Μινώταυρο, ο Μίνωας θύμωσε και τον έκλεισε μαζί με τον Ίκαρο μέσα στο δαιδαλώδες κτίριο. Όταν κατάλαβε ότι ήταν αδύνατον να αποδράσουν από την ξηρά ή από τη θάλασσα, άρχισε να ψάχνει τρόπους διαφυγής από τον αέρα. Έτσι κατασκεύασε μεγάλα φτερά από κλαριά λυγαριάς και πανί τα οποία κόλλησε με κερί. Έμαθε στον Ίκαρο να πετά και του είπε ότι δεν πρέπει να πετάει ούτε πολύ ψηλά από φόβο της θερμότητας του ήλιου, αλλά ούτε πολύ χαμηλά για να μη βραχούν τα φτερά του και βαρύνουν. Ο Ίκαρος όμως δεν ακολούθησε τις συμβουλές του Δαίδαλου και πετούσε πότε ψηλά πότε χαμηλά, απολαμβάνοντας την ελευθερία που του χάριζαν οι φτερούγες. Τα φτερά του Ίκαρου όμως έλιωσαν από τις αχτίδες του ηλίου και ο νέος έπεσε στο πέλαγος, που από τότε είναι γνωστό ως Ικάριο. Τα κύματα ξέβρασαν το άψυχο κορμί του Ίκαρου σε ένα νησί το οποίο ονομάστηκε Ικαρία.