Ο Διόνυσος ήταν ο Θεός του κρασιού των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα αγαπητός στους ανθρώπους. Ταξίδευε από πόλη σε πόλη για να προσφέρει στους ανθρώπους το αμπέλι και τους μάθαινε πως φτιάχνεται το κρασί. Τον ακολουθούσαν οι Μαινάδες, γυναίκες που χόρευαν με προκλητικό τρόπο, οι Σάτυροι και οι Σιλμνηνοί για τους οποίους λέγεται ότι ήταν μισοί άνθρωποι και μισοί ζώα. Ο Διόνυσος ήταν γιος της Σεμέλης και του Δία, γεγονός που τον έκανε αθάνατο. Η Ήρα που ζήλευε πολύ τον άντρα της, παραπλάνησε τη μητέρα του Διόνυσου να ζητήσει από το Δία να εμφανιστεί μπροστά της ως Θεός και όχι με ανθρώπινη μορφή, όπως έκανε μέχρι τότε. Ο Δίας αρχικά δε δεχτηκε, αλλά βλέποντας την επιμονή της Σεμέλης εμφανίστηκε μπροστά της ως Θεός. Εκείνη μη αντέχοντας τις αστραπές και τους κεραυνούς του, τυλίχτηκε στις φλόγες. Τότε ο Δίας έσωσε το Διόνυσο στον οποίό ήταν έγκυος η Σεμέλη και τον έραψε στο μηρό του για εννές μήνες. Κατόπιν ανέθεσε στον Ερμή την προστασία του βρέφους., ο οποίος τον έδωσε στις νύμφες που ζούσαν στα βουνά για να το μεγαλώσουν.